Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Σε βλέπω στο ποτήρι μου!




Ας ξεκινήσουμε, από τον βασικό κανόνα που δεν είναι άλλος, από το ότι η επιλογή του κατάλληλου ποτηριού δίνει στο κρασί την δυνατότητα να αναδείξει όλα του τα αρώματα, τις γεύσεις και την διαύγεια του χρώματος του. Άρα με βάση αυτόν τον κανόνα, τι ποτήρι θέλει το κάθε είδος κρασιού.

Η σχέση του ποτηριού με το κρασί είναι ιδιαίτερη, τόσο ώστε το ποτήρι να επηρεάζει άμεσα και σε μεγάλο βαθμό όλα τα χαρακτηριστικά του κρασιού. Και όχι ένα απλό ποτήρι, αλλά ένα κολονάτο ποτήρι με τα αντίστοιχα μεγέθη του και τα σχήματα του!!!
Ένα κολονάτο ποτήρι έχει τα δικά του πλεονεκτήματα. Μας επιτρέπει να το κρατάμε χωρίς τα χέρια μας να έρχονται σε επαφή με τα τοιχώματα της κούπας, αποφεύγοντας έτσι τη μεταβολή της θερμοκρασίας του κρασιού, αλλά και για να μπορούμε να εξετάσουμε το χρώμα του και την διαύγεια του. Επίσης, κρατώντας το ποτήρι από το πόδι του, μας βοηθάει στο να περιστρέψουμε το κρασί στο ποτήρι με περισσότερη άνεση και ευκολία.

Ποιο σχήμα ποτηριού αντιστοιχεί για κάθε είδος κρασιού;

Ποτήρι λευκού κρασιού


 Η κούπα του ποτηριού πρέπει να είναι πιο στενή ώστε το κρασί να μην προλαβαίνει να ζεσταθεί. Ακόμη το λευκό κρασί έχει συνήθως απλά φρουτώδη ή λουλουδάτα αρώματα, τα οποία θέλουμε να κάνουμε μέσω του ποτηριού πιο έντονα. Σε αυτό μας βοηθούν ποτήρια με ακόμη πιο κλειστό χείλος. Επειδή τα λευκά κρασιά σερβίρονται δροσερά, κρατάμε το κολονάτο ποτήρι από το πόδι για να μη ζεσταθεί το λευκό κρασί.


 Ποτήρι κόκκινου κρασιού

 Η κούπα του ποτηριού πρέπει να είναι μεγαλύτερη από αυτή του λευκού γιατί τα αρώματα είναι περισσότερα και το κόκκινο κρασί θέλει περισσότερο χώρο να τα αναδείξει. Επίσης, το χείλος του ποτηριού είναι πιο ανοιχτό, γιατί τα έντονα αρώματα του κόκκινου κρασιού χρειάζονται χώρο και οξυγόνο για να ξεδιπλωθούν. Υπάρχει εξειδικευμένη ποικιλία στα ποτήρια κόκκινου κρασιού, ανάλογα με τον τύπο τους, την προέλευση και την ηλικία τους.




 




Ποτήρι ροζέ κρασιού

 Η κούπα του ποτηριού πρέπει να είναι πιο μικρή ώστε το κρασί να μη ζεσταθεί. Το χείλος του ποτηριού πρέπει να είναι ανοιχτό ώστε να αναδεικνύονται τα φρουτώδη αρώματα του ροζέ κρασιού. Τα ροζέ κρασιά σερβίρονται δροσερά.

 








Ποτήρι σαμπάνιας

  Ένα κολονάτο ψηλό στενό flute (φλογέρα), είναι το ποτήρι της σαμπάνιας. Το χείλος του ποτηριού είναι πιο στενό, αναδεικνύοντας τη γεύση και το λεπτό άρωμα της σαμπάνιας, συγκεντρώνοντας το στη κορυφή του ποτηριού. Το ύψος του ποτηριού επιτρέπει στις φυσαλίδες της σαμπάνιας, όχι μόνο να μας προσφέρουν ένα ωραίο οπτικό θέαμα αλλά και να βοηθήσουν τα αρώματα να αναδειχτούν πιο γρήγορα στο ποτήρι.






Ποτήρι γλυκού κρασιού

Σε ένα ποτήρι του λικέρ, σερβίρουμε το γλυκό κρασί ως απεριτίφ ή ως επιδόρπιο. Η κούπα του ποτηριού έχει το σχήμα χωνιού επιτρέποντας στο γλυκό κρασί να αναπτύξει τα σύνθετα αρώματα του. Το μέγεθος του είναι πιο μικρό, σε σχέση με τα υπόλοιπα ποτήρια και το στόμιο του είναι πιο κλειστό ώστε να συγκεντρώνει όλο το άρωμα και τη γεύση του κρασιού.

 




Tips

- Γεμίζουμε το ποτήρι μέχρι το ένα τρίτο της χωρητικότητας του, για να διατηρούμε τη θερμοκρασία του κρασιού στα επιθυμητά επίπεδα, αλλά και για να αφήνουμε αρκετό κενό χώρο για τη συγκέντρωση των αρωμάτων.

- Το σχήμα του ποτηριού, καθορίζει τον τρόπο που θα οσφρηθούμε αλλά και που θα γευτούμε το κρασί.

- Απορρίπτουμε τα χρωματιστά, ζωγραφιστά ή πολύ σκαλιστά ποτήρια. Ένα διάφανο γυάλινο ή κρυστάλλινο ποτήρι χωρίς πολλά σκαλίσματα, αναδεικνύει καλύτερα το χρώμα του κρασιού.





 

Πηγή:www.mylady.gr
ς ξεκινήσουμε, από τον βασικό κανόνα που δεν είναι άλλος, από το ότι η επιλογή του κατάλληλου ποτηριού δίνει στο κρασί την δυνατότητα να αναδείξει όλα του τα αρώματα, τις γεύσεις και την διαύγεια του χρώματος του. Άρα με βάση αυτόν τον κανόνα, τι ποτήρι θέλει το κάθε είδος κρασιού;
Read more at http://www.mylady.gr/arthra/2012/03/27-se-vlepo-sto-potiri-mou/#5ReWGXjWQLcksH1L.9
hfgjfhgΑς ξεκινήσουμε, από τον βασικό κανόνα που δεν είναι άλλος, από το ότι η επιλογή του κατάλληλου ποτηριού δίνει στο κρασί την δυνατότητα να αναδείξει όλα του τα αρώματα, τις γεύσεις και την διαύγεια του χρώματος του. Άρα με βάση αυτόν τον κανόνα, τι ποτήρι θέλει το κάθε είδος κρασιού;
Η σχέση του ποτηριού με το κρασί είναι ιδιαίτερη, τόσο ώστε το ποτήρι να επηρεάζει άμεσα και σε μεγάλο βαθμό όλα τα χαρακτηριστικά του κρασιού. Και όχι ένα απλό ποτήρι, αλλά ένα κολονάτο ποτήρι με τα αντίστοιχα μεγέθη του και τα σχήματα του!!!

Read more at http://www.mylady.gr/arthra/2012/03/27-se-vlepo-sto-potiri-mou/#5ReWGXjWQLcksH1L.99
Ας ξεκινήσουμε, από τον βασικό κανόνα που δεν είναι άλλος, από το ότι η επιλογή του κατάλληλου ποτηριού δίνει στο κρασί την δυνατότητα να αναδείξει όλα του τα αρώματα, τις γεύσεις και την διαύγεια του χρώματος του. Άρα με βάση αυτόν τον κανόνα, τι ποτήρι θέλει το κάθε είδος κρασιού;
Η σχέση του ποτηριού με το κρασί είναι ιδιαίτερη, τόσο ώστε το ποτήρι να επηρεάζει άμεσα και σε μεγάλο βαθμό όλα τα χαρακτηριστικά του κρασιού. Και όχι ένα απλό ποτήρι, αλλά ένα κολονάτο ποτήρι με τα αντίστοιχα μεγέθη του και τα σχήματα του!!!

Read more at http://www.mylady.gr/arthra/2012/03/27-se-vlepo-sto-potiri-mou/#5ReWGXjWQLcksH1L.99
Ας ξεκινήσουμε, από τον βασικό κανόνα που δεν είναι άλλος, από το ότι η επιλογή του κατάλληλου ποτηριού δίνει στο κρασί την δυνατότητα να αναδείξει όλα του τα αρώματα, τις γεύσεις και την διαύγεια του χρώματος του. Άρα με βάση αυτόν τον κανόνα, τι ποτήρι θέλει το κάθε είδος κρασιού;
Η σχέση του ποτηριού με το κρασί είναι ιδιαίτερη, τόσο ώστε το ποτήρι να επηρεάζει άμεσα και σε μεγάλο βαθμό όλα τα χαρακτηριστικά του κρασιού. Και όχι ένα απλό ποτήρι, αλλά ένα κολονάτο ποτήρι με τα αντίστοιχα μεγέθη του και τα σχήματα του!!!

Read more at http://www.mylady.gr/arthra/2012/03/27-se-vlepo-sto-potiri-mou/#5ReWGXjWQLcksH1L.99

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Τι να κάνω με το κρασί που μου περίσσεψε; Πρόταση πολύ ενδιαφέρουσα!




Όλο και κάποιο μπουκάλι με λίγο κρασί θα έχει μείνει στο ψυγείο. Για να μην αλλοιώνεται και πάει χαμένο, σας έχουμε άλλη μια πρόταση. 
Να φτιάξουμε εύκολα και γρήγορα κουλουράκια κρασιού.

Υλικά:

½ κιλό αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
1 φλ. ελαιόλαδο
1 φλ. κρασί
1 φλ. ζάχαρη
Ζάχαρη για το γαρνίρισμα
Λίγο αλάτι

Εκτέλεση:

Ζυμώνουμε όλα τα υλικά μαζί. Πλάθουμε τη ζύμη σε μικρές μπάλες και μετά σαν στεφανάκι και τις περνάμε από ζάχαρη. Τις απλώνουμε σε λαδόκολλα φροντίζοντας να έχουν κάποια απόσταση μεταξύ τους.
Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 200 οC για 20 λεπτά.

Καλή επιτυχία!

Πηγή: drinks.gr

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Μούστος, απαραιτήτως




Στον υπερκορεσμένο κόσμο των γαστρονομικών μεταφορών, ο μούστος από το σταφύλι είναι κάτι σαν το μεσαίο παιδί: δεν είναι διαποτισμένος ούτε με τη νεωτερικότητα ή τη φρεσκάδα της πρώτης άφιξης-δηλαδή το ίδιο το φρούτο-ούτε ευλογημένος με το προνόμιο του έσχατου-μη όντας κρασί, είναι κάτι ενδιάμεσο. Μας αποζημιώνει, έτσι, με το να μας είναι απαραίτητο και χρήσιμο με χίλιους και ένα τρόπους. Ο μούστος είναι το πρακτικό παιδί του κρασιού.


Προφανώς εξίσου παλαιός όσο και το κρασί, ο άζυμος χυμός του σταφυλιού, βρήκε τη θέση του στα γαστρονομικά ιστορικά χρονικά από αρχαιοτάτων χρόνων τα οποία , όλως παραδόξως, ελάχιστα έχουν αλλάξει στο πέρασμα των αιώνων. Ο ξινός χυμός, για παράδειγμα, των άγουρων σταφυλιών χρησιμοποιείτο από τους αρχαίους Αιγυπτίους ως σάλτσα για το ψάρι, όπως περίπου χρησιμοποιούμε σήμερα το λεμόνι. Ιδιαίτερα διαδεδομένη συπτική ουσία κατά τον Μεσαίωνα επίσης, ελλείψει λεμονιών τα οποία είχαν εξαφανιστεί από την Δυτική Ευρώπη μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μέχρι τις Σταυροφορίες. Στις μέρες μας, στην ίδια μας την αυλή, χρησιμοποιείται ακόμα η αγουρίδα, αυτός ο χυμός από σταφύλι με την σκανδαλιστική γεύση. Στη Λευκάδα έβαζαν αγουρίδα στην ψαρόσουπα όποτε δεν υπήρχαν λεμόνια, και στη Νάουσα, έχουμε μια ενδιαφέρουσα συνταγή για σαλάτα με τηγανητή μελιτζάνα, καρυκευμένη με αγουρίδα.

Παρά αυτήν τη γαστρονομική παράκαμψη, αυτό που πραγματικά μας ενδιαφέρει, είναι ο ρόλος του σταφυλιού ως γλυκαντική ουσία και όχι ως υποκατάστατο του λεμονιού. Και πάλι, από αρχαιοτάτων χρόνων, ο χυμός από το σταφύλι θεωρείτο πολύ σημαντικός. Ουσιαστικά ήταν η μόνη ήδη έτοιμη και διαθέσιμη γλυκαντική ουσία εκτός από το μέλι. Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν διάφορες παραλλαγές του γλυκού οπού των σταφυλιών που διέκριναν αναλόγως με το βαθμό βρασμού ή συμπύκνωσής τους. Υπήρχε ο ιδιαίτερα ακριβός γλευκος, που αντιστοιχούσε είτε στο φρέσκο και ρευστό μούστο που έβγαινε από τα πολύ ώριμα ή παραγινωμένα σταφύλια πριν αυτά πάνε στο πατητήρι, είτε το προϊόν της ζύμωσης του μούστου. Έπειτα υπήρχαν και διάφορα άλλα είδη σε συμπυκνωμένη μορφή: το έψημα, που ήταν συμπυκνωμένος οπός σταφυλιού ο οποίος βραζόταν μέχρις ότου γίνει αρκετά παχύρευστος και αποτελούσε υποκατάστατο του μελιού˙ο εψετός, που ήταν λιγότερο συμπυκνωμένος και, τέλος, το σιραίον, ακόμη ένα είδος συμπυκνωμένου μούστου από οπό σταφυλιού για την υφή του οποίου, όμως, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα.

Ακολούθησαν οι Ρωμαίοι, με μια αντίστοιχη πληθώρα παρόμοιων γλυκαντικών ουσιών με βάση το σταφύλι και με διαφορετικούς βαθμούς βρασμού. Υπήρχε το καροένουμ (caroenum), το οποίο ουσιαστικά ήταν βρασμένος οίνος καθώς και η σάπα (sapa) ή ντεφρούτουμ (defrutum) που ήταν συμπυκνωμένος μούστος σταφυλιού. Σύμφωνα με τον Οράτιο, υπάρχουν ακόμα και στοιχεία που αποδεικνύουν ότι μερικές ποικιλίες σταφυλιών έβραζαν καλύτερα απ' ότι άλλες και ιδίως η ποικιλία του χιώτικου.

Τόσο οι Έλληνες όσο και οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν μούστο και το σιρόπι που προέκυπτε από τον βρασμό του ως γλυκαντικό σε πολλές συνταγές. Ο Αθήναιος αναφέρει μια συνταγή ψαριού με την προσθήκη υποψίας μούστου εν είδει παραδείγματος της τέχνης της μαγειρικής σημειώνοντας ότι κάτι τέτοιες δημιουργίες, σε τελική ανάλυση, απέτρεψαν τον άνθρωπο από τον κανιβαλισμό! Ο Ρωμαίος αρχιμάγειρας Απίκιος χρησιμοποιούσε βρασμένο μούστο σε μια σάλτσα τυριού για μαρούλι, σε μια άλλη για βραστά γογγύλια, ως επιπρόσθετο συστατικό σε μια σούπα με μαϊντανό καθώς και ως καρύκευμα σε εύγευστα εδέσματα με κυνήγι και πουλερικά, όπως ο κόκορας με δαμάσκηνα και το κοτόπουλο με πράσα και χόρτα. Χρησιμοποιείτο επίσης ως καθεαυτό γλυκαντικό για μια πληθώρα ελληνικών και ρωμαϊκών αρτοσκευασμάτων, τσουρεκιών και επιδορπίων με γέμιση τυριού.

Σήμερα, πριν ακόμα γίνει κρασί, ο οπός του σταφυλιού έχει αρκετές μαγειρικές χρήσεις που ποικίλουν όσο και πριν από κάποιους αιώνες. Η μουσταλευριά και τα μουστοκούλουρα είναι προφανώς και τα πιο χαρακτηριστικά παρασκευάσματα. Όμως σε ολόκληρη την Ελλάδα υπάρχουν δεκάδες τοπικών συνταγών που περιέχουν το γλυκό υγρό του σταφυλιού, είτε ως χυμό (μούστος), είτε ως σιρόπι (πετιμέζι). Μια από τις πιο ασυνήθιστες έρχεται από τη Λήμνο, όπου βράζουν φρέσκα σπιτικά ζυμαρικά με μούστο και σερβίρεται το Χειμώνα ως ένα χορταστικό επιδόρπιο. Στην Τήνο, αφήνουν τους δίσκους με τη μουσταλευριά στον ήλιο κι έπειτα την πασπαλίζουν με σουσάμι και κανέλα. Παρόμοιο γλύκισμα φτιάχνουν και στη Ρούμελη. Λέγεται μουστόπιτα και ουσιαστικά είναι μουσταλευριά που έχει στεγνώσει στον ήλιο, με σουσάμι και αρωματισμένη με δαφνόφυλλα ή βασιλικό. Σε όλη την Ελλάδα αλλά ιδίως στον βορρά, υπάρχει μια εκδοχή του σουντζούκ λουκούμ με καρύδια περασμένα σε μια κλωστή που βουτάνε ξανά και ξανά στην μουσταλευριά μέχρι αυτό το επίχρισμα να γίνει σαν ένα χοντρό λουκάνικο. Μια από τις αγαπημένες μου συνταγές είναι ένα παλιό σμυρνέικο γλυκό, που έχω ξεδιαλέξει από το βιβλίο της Λίζας Μιχέλη Το σημειωματάριο της Ερατούς , με πετιμέζι το οποίο βράζουμε σ' ένα είδος αραιής πουτίγκας από γάλα, αυγά και αλεύρι.

Σε διάφορες περιοχές της χώρας, τo αλεύρι και το σιρόπι από το σταφύλι μπορούν να συνδυαστούν σε πολλά είδη από πίτες και αρτοσκευάσματα, από την κρητική πετιμεζόπιτα έως το φοινίκι της Τήνου, ένα παρόμοιο είδος πίτας με ελαιόλαδο, σιρόπι από σταφύλι, καρύδια, πορτοκαλόφλουδα και ρακί. Η πιο διαδεδομένη όμως χρήση του παχύρευστου σιροπιού που μας δίνει το σταφύλι είναι ως συντηρητικό των άλλων φρούτων. Σε όλη την Βόρεια Ελλάδα και σε αρκετά νησιά, για παράδειγμα, βρίσκουμε το ρετσέλι, κολοκύθα ή κυδώνι, δηλαδή, που διατηρείται στο πετιμέζι. Στην Κρήτη, το ρετσέλι περιχύνεται πάνω από τα σύκα για να γίνουν στη συνέχεια αυτά κομπόστα. Μακράν όμως η πιο ασυνήθιστη και - θα τολμούσα να πω- η πιο νόστιμη συνταγή με πετιμέζι είναι αυτή της Νάουσας. Εκεί, το σταφυλοσίροπο το λένε μέλι και το φτιάχνουν με το νοστιμότατο χυμό από την ποικιλία του ξινόμαυρου. Ένα από τα αγαπημένα τοπικά γλυκά είναι οι κόρες στο μέλι, ένα χυμώδες παρασκεύασμα με χοντροκομμένες μελιτζάνες που διατηρούνται στο σταφυλοσίροπο. Τρώγεται ως γλυκό του κουταλιού αλλά είναι ακόμη καλύτερο πάνω σε βουτυρωμένη μπομπότα - ένα πατροπαράδοτο γλύκισμα το οποίο ευτυχώς έχει επιζήσει μέχρι τις μέρες μας.


Πηγή: www.gourmed.gr

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Τα κρασιά που ταιριάζουν με τα πιάτα της κινέζικης κουζίνας.



Αν κάποιος σας προτείνει να δοκιμάσετε baijiu, κινεζικό κρασί δηλαδή, πρέπει να είστε προετοιμασμένοι ότι αυτό που θα πιείτε δεν θυμίζει σε τίποτα αυτά που στον υπόλοιπο κόσμο ονομάζουμε «κρασιά». Είναι προϊόν ζύμωσης ρυζιού, σπόρων και σπανιότερα φρούτων, μοιάζει πολύ με το σάκε της Ιαπωνίας και σερβίρεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: σε μικρά κυπελλάκια, ζεστό, χλιαρό ή παγωμένο. Καταναλώνεται ως ποτό, αλλά χρησιμοποιείται ευρέως και στα πιάτα της κινεζικής κουζίνας. Οι περισσότεροι από τους Δυτικούς βρίσκουν το έντονο άρωμά του μάλλον ενοχλητικό -με επίγευση οξείδωσης και «εργοστασιακά» αρώματα-, τα οποία όμως σχεδόν εξαφανίζονται στο μαγείρεμα.

Ετσι, λοιπόν, εμείς σας προτείνουμε να σερβίρετε αυθεντικό κρασί με τις κινεζικές σπεσιαλιτέ, απολαμβάνοντας έτσι μία από τις πιο φινετσάτες κουζίνες του κόσμου.


Προσωπικά πιστεύω ότι φρουτώδη ροζέ από Μοσχοφίλερο ή Merlot, καθώς και ελαφρά κόκκινα κρασιά από Ξινόμαυρο ή Αγιωργίτικο, τους ταιριάζουν καλύτερα από αρωματικά λευκά τύπου Riesling τα οποία πολλοί προτείνουν ως ιδανικά. Φυσικά, ένα Sauvignon Blanc είναι ο τέλειος συνοδός για πιάτα με ελαφρώς σοταρισμένα θαλασσινά, spring rolls και won ton με λαχανικά ή γαρίδες. Οπως επίσης ένα «σεμνά» αρωματικό Viognier θα συνοδεύσει τέλεια τα διάφορα νουντλς, που συνήθως είναι πικάντικα. Γι’ αυτό ένα μπουκάλι λευκό κρασί είναι ιδανικό για να ανοίξει ένα κινεζικό δείπνο.

Στη συνέχεια, ροζέ και πάλι ροζέ, για τα γλυκόξινα πιάτα με χοιρινό ή γαρίδες ή κοτόπουλο. Η τραγανή πάπια με τις διάφανες πιτούλες, τα λαχανικά και τη σάλτσα δαμάσκηνου θα δέσει υπέροχα με ένα Ξινόμαυρο, ένα Pinot Noir και ένα χαρμάνι με βάση το Merlot. Oσο για τα πιάτα που περιέχουν κρέας μαγειρεμένο σε κατσαρόλα με πλούσιες σάλτσες, στραφείτε σε περισσότερες τανίνες, όπως αυτές ενός μονοποικιλιακού Syrah. Εκεί όπου τα λευκά αρωματικά, όπως το Gewurztraminer, δίνουν... ρέστα είναι στις συνταγές στις οποίες κυριαρχούν η γεύση και το άρωμα της ρίζας του τζίντζερ. 

Τέλος, μια σίγουρη λύση για ένα κινεζικό γεύμα είναι να σερβίρετε από την αρχή ώς το τέλος ένα αφρώδες λευκό ή ροζέ ξηρό κρασί, που ταιριάζει με όλα - ιδιαίτερα δε με τις τεμπούρες και τα dim sum.



Πηγή: www.oinoxoos.net
Κείμενο: Μερόπη Παπαδοπούλου

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Το κρέας θέλει το... κόκκινό του!




Και αυτή την Τσικνοπέμπτη, λοιπόν, θα μαζευτούμε όλοι γύρω από το τραπέζι για να ”παντρέψουμε” το κόκκινο κρέας με το κόκκινο κρασί. Πρόκειται όντως για ένα γάμο που κρατάει αιώνες, και θεωρείται από τους πιο επιτυχημένους. 

Θέλετε όμως να δούμε πολύ γρήγορα τους λόγους αυτού του επιτυχημένου ταιριάσματος; Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύει ή έχει ακούσει κανείς κατά καιρούς, ο βασικός λόγος για τον οποίο οι ειδικοί προτείνουν σταθερά τον συνδυασμό του κόκκινου κρέατος με το κόκκινο κρασί είναι χημικός. Οι περισσότεροι έχουμε ακούσει για την τανίνη, μία ουσία (φαινόλη) που απαντάται σε πολλά φυτά, χορταρικά και φρούτα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το σταφύλι και το τσάι. Στην περίπτωση του σταφυλιού, η τανίνη βρίσκεται στη φλούδα των κόκκινων/μαύρων ποικιλιών, γι’ αυτό και κατά τη ζύμωση του μούστου (που περιέχει τον χυμό, αλλά και τη σάρκα και τις φλούδες από το σταφύλι), η ουσία αυτή περνάει στο τελικό προϊόν, το κρασί. Η τανίνη είναι η ουσία που, είτε πίνουμε ένα γεμάτο κόκκινο κρασί είτε ένα δυνατό τσάι, μας αφήνει μία χαρακτηριστική αίσθηση στυφάδας και ξηρότητας στα ούλα. 

Ανάλογα με την ποικιλία του κρασιού και τα χαρακτηριστικά που ο οινοποιός θέλει να δώσει στο κρασί του μέσα από την οινοποίησή του, έχουμε τεράστιες διαφορές μεταξύ κρασιών σε επίπεδο τανικότητας. Και αν αναρωτιέστε γιατί όλος αυτός ο κόπος για μία ουσία που δημιουργεί μία αίσθηση που δεν ακούγεται τόσο ευχάριστη, πρέπει να ξέρετε ότι η ύπαρξη της τανίνης είναι απαραίτητη στο κόκκινο κρασί, τόσο για να εξισορροπεί τη δομή του, σε σχέση με όλα τα άλλα χαρακτηριστικά του, όσο και για να αυξάνει τη δυναμική παλαίωσης, έτσι ώστε το κρασί να διατηρήσει τη ζωντάνια και το χαρακτήρα του σε βάθος χρόνου. 

Στη χημεία μας λοιπόν: είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι οι τανίνες προσαρτώνται στις λιπαρές πρωτεΐνες, και αυτό είναι το μυστικό του επιτυχημένου συνδυασμού του κόκκινου κρέατος με το κόκκινο κρασί. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Σημαίνει ότι όταν μία μπουκιά από το νόστιμο και λιπαρό παϊδάκι μας ακολουθείται από μία γουλιά κόκκινο κρασί, οι τανίνες ”μαζεύουν” από τα τοιχώματα του στόματός μας τις λιπαρές πρωτεΐνες και μας απαλάσσουν γρήγορα από τη λιγωτική αίσθηση που θα είχαμε αλλιώς.
Έτσι εμείς, με το στόμα μας φρέσκο και ανανεωμένο, συνεχίζουμε δριμύτεροι τον αφανισμό κάθε μορφής ψητού κόκκινου κρέατος (και όχι μόνο) που βρίσκεται μπροστά μας!


Η Τσικνοπέμπτη προσφέρεται για να απολαύσουμε καλό κρέας, καλό κρασί και, πάνω απ’ όλα, καλή παρέα! 
Εις υγείαν!



του Θεόδωρου Λέλεκα

Πηγή: www.in2life.gr

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Το σύμπαν όλο βρίσκεται μέσα σε ένα ποτήρι κρασί




Ένας ποιητής είπε κάποτε: «Το σύμπαν όλο βρίσκεται μες σ’ ένα ποτήρι κρασί». Και ίσως ποτέ να μη μας είναι σαφές τι εννοούσε ακριβώς μ’ αυτή του την κουβέντα, γιατί, ως γνωστόν, οι ποιητές δε γράφουν για να τους καταλάβουμε εμείς.

Είναι όμως αλήθεια πως αν κοιτάξουμε ένα ποτήρι κρασί από πολύ κοντά θα δούμε όλο το σύμπαν μέσα. Θα δούμε μέσα φαινόμενα της φυσικής: Το υγρό που στροβιλίζεται και εξατμίζεται ανάλογα με τον αέρα και τη ζέστη, την αντανάκλαση στο γυαλί.


Και, φυσικά, τα άτομα που, ναι μεν δε βλέπουμε, μα υπάρχουν στη φαντασία μας μέσα. Το γυαλί είναι η απόσταξη της πέτρας και κρύβει στη σύνθεσή του το μυστικό της ηλικίας του σύμπαντος και της εξέλιξης των άστρων.


Ποια αλλόκοτη παράταξη στοιχείων χημικών, βρίσκει κανείς στο κρασί; Και πώς βρεθήκανε κει; Θα βρει κανείς τα ένζυμα, τα προϊόντα και υπόπροϊόντα. Μες στο κρασί θα βρεις εξάλλου και μια τρανή γενίκευση: Πως όλη η ζωή είναι κι αυτή μια ζύμωση.


Δεν μπορείς όμως τη χημεία του κρασιού ν’ ανακαλύψεις χωρίς να αρρωστήσεις — όπως συνέβη στον Παστέρ. Και πόσο ζωντανό αυτό το κόκκινο που αποτυπώνεται στο συνειδητό εκείνου που το βλέπει; Ακόμα κι αν το μικρό μας μυαλό, επειδή το βολεύει, χωρίζει αυτό το ποτήρι κρασί, αυτό το σύμπαν, σε μέρη —φυσική, βιολογία, γεωλογία, αστρονομία, ψυχολογία, και τα λοιπά— εσείς να θυμόσαστε: Η φύση αυτό δεν το ξέρει!


Γι΄αυτό εμείς ας το ενώσουμε ξανά, κι ας μη ξεχνάμε ποιος είναι τελικά ο προορισμός του. Μια τελευταία απόλαυση: Ας το πιούμε κι ας συναντήσουμε τη λήθη!


 και μια πολύ ωραία γραφική απεικόνιση:





Πηγή: http://antikleidi.com

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

Ρετσίνα, καιρός να της φύγει η ... "ρετσινιά"




Θυμάμαι στα πρώτα παιδικά μου χρόνια, που η αδελφή της γιαγιάς μου με έπαιρνε απ’ το χεράκι και πηγαίναμε περπατώντας σε ένα υπόγειο κουτούκι στην Αγία Παρασκευή με ένα πλαστικό μπουκάλι στο χέρι. Το υπόγειο, γεμάτο βαρέλια και τη χαρακτηριστική μυρωδιά του οξειδωμένου κρασιού, αποτελούσε το στέκι της τελευταίας γενιάς των ρετσινοποτών της παλιάς Αθήνας. Μιας γενιάς που χάθηκε, παίρνοντας μαζί της και την εκτίμηση που είχε στη ρετσίνα.
Από τον Πάνο Γεωργούντζο.

Το κρασοπουλιό αυτό έκλεισε, όπως και τα περισσότερα παρόμοιά του στις διάφορες γειτονιές της Αθήνας. Η ρετσίνα, παρόλη τη χαμηλή τιμή της, λόγω της χρησιμοποίησης φτηνών σταφυλιών για την παρασκευή της, δεν κατάφερε να επιβιώσει στη συνείδηση των νεότερων γενιών. Τα αίτια της εξαφάνισής της, πολλά. Τα κυριότερα υπήρξαν η εισβολή ενός πιο κοσμοπολίτικου τρόπου ζωής με εισαγόμενα ποτά και ένα lifestyle που εκ των πραγμάτων εξόριζε τη ρετσίνα ως μια ξεπερασμένη συνήθεια των προηγούμενων γενιών. Ακόμα, ο πρόχειρος τρόπος που φυλασσόταν η ρετσίνα σε παλιά βαρέλια και υπό κακές συνθήκες δεν συγχωρέθηκε από τις νεότερες γενιές, που άρχισαν να μαθαίνουν στην αποστείρωση των καταναλωτικών τους συνηθειών.

Ύστερα από αρκετά πέτρινα χρόνια, όπου κυριάρχησαν άλλα κρασιά, το αρετσίνωτο, το μπρούσκο και άλλες τέτοιες γενικεύσεις, αλλά και μετά την «άνοιξη» του εμφιαλωμένου ποιοτικού, ήρθε η ώρα να αποκατασταθεί η φήμη της ρετσίνας και να ξαναπάρει τη θέση της στο τραπέζι μας. Εξάλλου οι Έλληνες καταναλωτές σήμερα είναι περισσότερο εκπαιδευμένοι από ποτέ σε οινικά ζητήματα, και παράλληλα ακολουθούν την παγκόσμια στροφή στις γευστικές παραδόσεις του παρελθόντος. Οπότε σίγουρα υπάρχει η κατάλληλη συγκυρία να επανασυστηθεί η ρετσίνα και να μπει στη ζωή μας ως κάτι πρωτόγνωρο και εξωτικό.

Η ρετσίνα δεν είναι μόνο το κατασκεύασμα των μαζικών οινοποιείων των Μεσογείων, όπου κυριαρχεί η χρήση φτηνού Σαββατιανού και αρωμάτων κακής ποιότητας ρετσινιού. Έτσι κι αλλιώς στην αρχαιότητα κάθε ποικιλία μπορούσε να γίνει ρετσίνα. Επίσης, δεν είναι το κρασί εκείνο που στη χειρότερή του μορφή συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας διεθνώς ζοφερής εικόνας για τον ελληνικό αμπελώνα. Τέλος, δεν είναι το κρασί που πίνεται σε υγρά υπόγεια με φτηνούς μεζέδες και από άτομα με φανερά προβλήματα αλκοολισμού. Μα αν δεν είναι όλα αυτά, τότε τι είναι;

Η ρετσίνα είναι το πιο ιδιαίτερο κρασί του ελληνικού αμπελώνα. Η οινοποιητική του μέθοδος με τον αρωματισμό του μούστου δεν συναντάται πουθενά αλλού στον κόσμο. Η παράδοσή της πάει μερικές χιλιάδες χρόνια πίσω στο χρόνο όταν οι άλλοι λαοί μάθαιναν ακόμα την αμπελουργία και την οινοποίηση από τους προγόνους μας. Και αν δεν φτάνουν όλα αυτά για να πειστούμε για την αξία της, τότε ας ανατρέξουμε στους σύγχρονους οινοποιούς που τόλμησαν να την επαναπροσδιορίσουν.

Προτείνω ανεπιφύλακτα να δοκιμάσετε κάποιες από τις «πραγματικές» ρετσίνες που κυκλοφορούν στο εμπόριο. Ενδεικτικά αναφέρω τη ρετσίνα από σταφύλια βιολογικής γεωργίας της Οικογένειας Γεώργα. Ακόμη, αξιόλογη δουλειά έχει κάνει το Κτήμα Κεχρή στη Θεσσαλονίκη, με το «Δάκρυ του Πεύκου», ενώ υπέροχο δείγμα «νέας ρετσίνας» αποτελεί ο «Ρητινίτης Nobilis» του Κτήματος Γαία.

Ας ανοίξουμε, λοιπόν, τους γευστικούς μας ορίζοντες και ας υποδεχθούμε ξανά τη ρετσίνα στο τραπέζι μας. Όπως δήλωσε και η Κορίν Μετζελοπούλου, η ελληνικής καταγωγής ιδιοκτήτρια του Chateau Margaux σε πρόσφατη συνέντευξή της στον «Οινοχόο», «Λατρεύω τη ρετσίνα». Λέτε να μην ξέρει κάτι παραπάνω;

Πηγή: www.gourmed.gr